lowered
lowered
ləʊəd
lewed
lowbred

Ορισμός και σημασία του "lowered"στα αγγλικά

01

χαμηλωμένος, μειωμένος

reduced in level or intensity 
lowered definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lowered
συγκριτικός βαθμός
more lowered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lowered interest rates stimulated borrowing and investment in the economy. 

Οι μειωμένοι τόκοι τόνωσαν τη δανειοληψία και τις επενδύσεις στην οικονομία.

02

χαμηλωμένος, κατεβασμένος

made shorter or nearer to the ground 
Παραδείγματα
The lowered ceiling in the basement gave the room a more intimate feel. 

Ο χαμηλωμένος οροφός στο υπόγειο έδωσε στο δωμάτιο μια πιο οικεία αίσθηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store