Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lowered
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lowered
συγκριτικός βαθμός
more lowered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lowered interest rates stimulated borrowing and investment in the economy.
Οι μειωμένοι τόκοι τόνωσαν τη δανειοληψία και τις επενδύσεις στην οικονομία.
Παραδείγματα
The lowered ceiling in the basement gave the room a more intimate feel.
Ο χαμηλωμένος οροφός στο υπόγειο έδωσε στο δωμάτιο μια πιο οικεία αίσθηση.
Λεξικό Δέντρο
lowered
lower



























