Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shortened
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shortened
συγκριτικός βαθμός
more shortened
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The shortened ladder made it easier to reach the lower shelves without overreaching.
Η κοντύτερη σκάλα έκανε ευκολότερη την πρόσβαση στα κάτω ράφια χωρίς υπερβολική έκταση.
02
συντομευμένος, περικομμένος
with parts removed
03
συντομευμένος, περικομμένος
cut short in duration
04
τηλεσκοπικός, συμπτυσσόμενος
shortened by or as if by means of parts that slide one within another or are crushed one into another
Λεξικό Δέντρο
shortened
shorten



























