shortened
shor
ˈʃɔ:
σο
tened
tənd
τανντ

Ορισμός και σημασία του "shortened"στα αγγλικά

01

συντομευμένος, πιο κοντός

made shorter in length or height 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shortened
συγκριτικός βαθμός
more shortened
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
length, modification, objects
Παραδείγματα
The shortened ladder made it easier to reach the lower shelves without overreaching. 

Η κοντύτερη σκάλα έκανε ευκολότερη την πρόσβαση στα κάτω ράφια χωρίς υπερβολική έκταση.

02

συντομευμένος, περικομμένος

with parts removed 
03

συντομευμένος, περικομμένος

cut short in duration 
04

τηλεσκοπικός, συμπτυσσόμενος

shortened by or as if by means of parts that slide one within another or are crushed one into another 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

shortened
shorten
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store