lowland
low
ˈləʊ
lew
land
lænd
lānd

Ορισμός και σημασία του "lowland"στα αγγλικά

01

χαμηλή γη, πεδιάδα

low level country 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lowlands
01

χαμηλός, επίπεδος

of relatively low or level country 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

lowland

low

+

land

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store