Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lowland
01
low level country
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lowlands
Παραδείγματα
The river flows through fertile lowland before reaching the sea.
lowland
01
of relatively low or level country
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, terrain
Παραδείγματα
Lowland farms were flooded after several days of heavy rain.



























