lowland
low
ˈləʊ
λεου
land
lænd
λαινντ

Ορισμός και σημασία του "lowland"στα αγγλικά

01

low level country 

γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lowlands
Παραδείγματα
The river flows through fertile lowland before reaching the sea. 
01

of relatively low or level country 

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, terrain
Παραδείγματα
Lowland farms were flooded after several days of heavy rain. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lowland

low

+

land

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store