Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
livid
01
έξαλλος, οργισμένος
extremely angry, furious, or emotionally agitated
Παραδείγματα
The customer was livid because the restaurant got his order wrong for the third time.
Ο πελάτης ήταν έξαλλος επειδή το εστιατόριο έκανε λάθος στην παραγγελία του για τρίτη φορά.
Παραδείγματα
The child 's livid face worried the teacher enough to send him to the nurse.
Το χλωμό πρόσωπο του παιδιού ανησύχησε αρκετά τον δάσκαλο ώστε να τον στείλει στην νοσοκόμα.
03
νεκρώδης, φαντασματικός
emitting a cold, ghastly glow suggestive of death or lifelessness
Παραδείγματα
The storm clouds pulsed with livid flashes of lightning.
Τα σύννεφα της καταιγίδας πάλλονταν με ωχρές αστραπές.
04
λιβιδής, μωβ
marked by purplish discoloration caused by blood trapped beneath the surface
Παραδείγματα
His shin turned livid within minutes of the impact.
Το καλάμι του έγινε μελανό μέσα σε λίγα λεπτά από το χτύπημα.
05
ωχρός, μολυβής
displaying a dull bluish‑gray hue of medium intensity
Παραδείγματα
His eyes were a livid gray, cold and distant.
Τα μάτια του ήταν ωχρό γκρι, κρύα και απόμακρα.
Λεξικό Δέντρο
lividly
lividness
livid



























