enraged
en
ɛn
εν
raged
ˈreɪʤd
ρειτζντ
/ɛnɹˈe‍ɪd‍ʒd/

Ορισμός και σημασία του "enraged"στα αγγλικά

01

έξαλλος, οργισμένος

filled with intense anger
enraged definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enraged
συγκριτικός βαθμός
more enraged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher maintained composure despite the enraged outburst from a frustrated student in the classroom.
Ο δάσκαλος διατήρησε την ψυχραιμία του παρά την οργισμένη έκρηξη ενός απογοητευμένου μαθητή στην τάξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store