Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enrapture
01
γοητεύω, εκστασιάζω
to fill someone with intense delight or joy
Transitive: to enrapture sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enrapture
γ΄ ενικό πρόσωπο
enraptures
ενεστώτα μετοχή
enrapturing
απλός αόριστος
enraptured
παθητική μετοχή
enraptured
Παραδείγματα
The beauty of the sunset enraptured everyone on the beach.
Η ομορφιά του ηλιοβασιλέματος γοητεύει όλους στην παραλία.
Λεξικό Δέντρο
enraptured
enrapture



























