Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abundantly
01
άφθονα, αφθονώς
in large quantities or in a plentiful or ample manner
Παραδείγματα
The evidence of animal life was abundantly present throughout the forest.
Τα στοιχεία για τη ζωή των ζώων ήταν άφθονα παρόντα σε όλο το δάσος.
02
άφθονα, σαφώς
to a very great or clear extent
Παραδείγματα
I want it to be abundantly understood that we will not tolerate dishonesty.
Θέλω να είναι σαφώς κατανοητό ότι δεν θα ανεχθούμε ανηθικότητα.



























