leek
leek
lik
lik
leaklicklechlake

Ορισμός και σημασία του "leek"στα αγγλικά

01

πράσο, πρασάκι

a plant of the onion family with layers of green leaves and a white stem, used in cooking 
leek definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leeks
Παραδείγματα
It was a challenge to find leeks at the grocery store, but she finally got her hands on them. 

Ήταν μια πρόκληση να βρει πράσα στο μπακάλικο, αλλά τελικά τα κατάφερε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store