ledger
le
ˈlɛ
le
dger
ʤə
lodger

Ορισμός και σημασία του "ledger"στα αγγλικά

01

αρχείο λογαριασμών, καθολικό βιβλίο

a book or digital record that contains financial transactions and balances, organized by accounts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ledgers
Παραδείγματα
The accountant updated the ledger with the latest transactions. 

Ο λογιστής ενημέρωσε το καθολικό βιβλίο με τις τελευταίες συναλλαγές.

02

καθολικό βιβλίο, λογιστικό ημερολόγιο

an accounting journal as a physical object 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store