Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ledger
01
αρχείο λογαριασμών, καθολικό βιβλίο
a book or digital record that contains financial transactions and balances, organized by accounts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ledgers
Παραδείγματα
The accountant updated the ledger with the latest transactions.
Ο λογιστής ενημέρωσε το καθολικό βιβλίο με τις τελευταίες συναλλαγές.
02
καθολικό βιβλίο, λογιστικό ημερολόγιο
an accounting journal as a physical object



























