Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
late
01
αργοπορημένος, καθυστερημένος
doing or happening after the time that is usual or expected
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
latest
συγκριτικός βαθμός
later
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The late delivery of the package inconvenienced the recipient.
Η καθυστερημένη παράδοση του δέματος δημιούργησε αναστάτωση στον παραλήπτη.
επίσημο
Παραδείγματα
The late professor was renowned for his groundbreaking research in physics.
Ο αείμνηστος καθηγητής ήταν γνωστός για την πρωτοποριακή του έρευνα στη φυσική.
03
αργοί, τελικός
existing or occurring near the end of a specified period of time
Παραδείγματα
The flowers started blooming in late summer, just before fall set in.
Τα λουλούδια άρχισαν να ανθίζουν αργά το καλοκαίρι, λίγο πριν έρθει το φθινόπωρο.
3.1
αργά, προχωρημένος
referring to a time that is close to the end of the day or night, typically beyond usual or expected hours
Παραδείγματα
It’s getting late, and we should head home before it gets dark.
Γίνεται αργά, και πρέπει να πάμε σπίτι πριν νυχτώσει.
Παραδείγματα
The company's success is attributed to its late CEO, who revolutionized its strategy.
Η επιτυχία της εταιρείας αποδίδεται στον πρώην CEO της, που επαναπροσδιόρισε τη στρατηγική της.
late
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He arrived late to the concert and missed the first song.
Έφτασε αργά στη συναυλία και έχασε το πρώτο τραγούδι.
02
αργά, στο τέλος του
toward the end of a specific period of time or phase in someone's life
Παραδείγματα
The project was completed late last year, just before the holidays.
Το έργο ολοκληρώθηκε αργά πέρυσι, λίγο πριν από τις διακοπές.
03
αργά
used to refer to something that continues toward the end of the day
Παραδείγματα
We decided to take a walk late in the evening when the weather cooled down.
Αποφασίσαμε να κάνουμε μια βόλτα αργά το βράδυ όταν κρύωσε ο καιρός.
Λεξικό Δέντρο
lately
latency
lateness
late



























