Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sträuben
[past form: sträubte]
01
αντιστέκομαι, αντιτίθεμαι
Sich widersetzen oder gegen etwas wehren, oft aus Ablehnung oder Trotz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sträube
γ΄ ενικό πρόσωπο
sträubt
ενεστώτα μετοχή
sträubend
απλός αόριστος
sträubte
παθητική μετοχή
gesträubt
Παραδείγματα
Sie sträubte sich, die Anweisungen zu befolgen.
Αυτή αντιστάθηκε να ακολουθήσει τις οδηγίες.
02
ανορθώνομαι, σκιρτώ
(Haare, Federn) sich aufrichten, meist aus Angst, Wut oder Kälte
Παραδείγματα
Vor Wut sträubten sich seine Haare.
Σηκώνομαι από θυμό, τα μαλλιά του σηκώθηκαν.



























