Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sträuben
01
αντιστέκομαι, αντιτίθεμαι
Sich widersetzen oder gegen etwas wehren, oft aus Ablehnung oder Trotz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sträube
γ΄ ενικό πρόσωπο
sträubt
ενεστώτα μετοχή
sträubend
απλός αόριστος
sträubte
παθητική μετοχή
gesträubt
Παραδείγματα
Das Kind sträubte sich gegen den Mittagsschlaf.
Το παιδί αντιστάθηκε στον μεσημεριανό ύπνο.
02
ανορθώνομαι, σκιρτώ
(Haare, Federn) sich aufrichten, meist aus Angst, Wut oder Kälte
Παραδείγματα
Bei dem lauten Geräusch sträubten sich meine Haare.
Στον δυνατό θόρυβο, σκιώθηκαν τα μαλλιά μου.



























