Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stimmen
01
είναι σωστό, είναι αληθινό
Korrekt oder wahr sein
Παραδείγματα
Seine Angaben haben nicht gestimmt.
Οι δηλώσεις του δεν ήταν σωστές.
02
προκαλώ, εμπνέω
Eine bestimmte Stimmung oder Gefühl bei jemandem hervorrufen
Παραδείγματα
Das Gespräch stimmte ihn hoffnungsvoll.
Η συζήτηση τον έκανε αισιόδοξο.
03
ψηφίζω, εκφράζω την ψήφο μου
Seine Meinung offiziell äußern, z. B. bei einer Wahl
Παραδείγματα
Die Mehrheit hat dagegen gestimmt.
Η πλειοψηφία ψήφισε κατά.
04
κουρδίζω, ρυθμίζω
Ein Musikinstrument in die richtige Tonhöhe bringen
Παραδείγματα
Der Musiker stimmt die Saiten ganz genau.
Ο μουσικός κουρδίζει τις χορδές με μεγάλη ακρίβεια.


























