stimulieren
sti
ʃti
shti
mu
ˈmu:
moo
lie
li:
li
ren
ʁən
rēn

Ορισμός και σημασία του "stimulieren"στα γερμανικά

stimulieren
01

διεγείρω, ενεργοποιώ

Durch äußere Einflüsse beleben 
stimulieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stimuliere
γ΄ ενικό πρόσωπο
stimuliert
ενεστώτα μετοχή
stimulierend
απλός αόριστος
stimulierte
παθητική μετοχή
stimuliert
Παραδείγματα
Die Regierung stimuliert die Wirtschaft mit Subventionen. 

Η κυβέρνηση διεγείρει την οικονομία με επιδοτήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store