Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Stock
01
όροφος
Eine Ebene in einem Gebäude
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Stöcke(r)
γενική πτώση
Stock(e)s
Παραδείγματα
Meine Wohnung ist im zweiten Stock.
Το διαμέρισμά μου είναι στον δεύτερο όροφο.
LanGeek



























