der stock
stock
ʃtɔk
στοκ
blockschockrockbock

Ορισμός και σημασία του "stock"στα γερμανικά

01

όροφος

Eine Ebene in einem Gebäude 
der Stock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Stöcke(r)
γενική πτώση
Stock(e)s
Παραδείγματα
Meine Wohnung ist im zweiten Stock. 

Το διαμέρισμά μου είναι στον δεύτερο όροφο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store