Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stolz
01
περήφανος, αλαζονικός
Mit Zufriedenheit und Selbstachtung über eigene Leistungen oder Eigenschaften
Παραδείγματα
Sie fühlt sich stolz, Teil des Teams zu sein.
Αισθάνεται περήφανη που είναι μέλος της ομάδας.
Der Stolz
[gender: masculine]
01
υπερηφάνεια, αλαζονεία
Das Gefühl von Zufriedenheit über eigene oder fremde Leistungen
Παραδείγματα
Er verspürte großen Stolz nach dem Erfolg.
Ένιωσε μεγάλη υπερηφάνεια μετά την επιτυχία.


























