stolz
stolz
ʃtɔlts
shtawlts

Ορισμός και σημασία του "stolz"στα γερμανικά

01

περήφανος, αλαζονικός

Mit Zufriedenheit und Selbstachtung über eigene Leistungen oder Eigenschaften 
stolz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am stolzesten
συγκριτικός βαθμός
stolzer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist stolz auf seine Tochter. 

Είναι περήφανος για την κόρη του.

01

υπερηφάνεια, αλαζονεία

Das Gefühl von Zufriedenheit über eigene oder fremde Leistungen 
der Stolz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Stolzes
Παραδείγματα
Sein Stolz ließ ihn nicht um Hilfe bitten. 

Η υπερηφάνειά του δεν του επέτρεψε να ζητήσει βοήθεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store