Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stoßen
01
σπρώχνω, ωθώ
Mit Kraft gegen etwas oder jemanden drücken oder einen plötzlichen Impuls geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stoße
γ΄ ενικό πρόσωπο
stößt
ενεστώτα μετοχή
stoßend
απλός αόριστος
stieß
παθητική μετοχή
gestoßen
Παραδείγματα
Er stößt die Tür mit dem Fuß auf.
Αυτός σπρώχνει την πόρτα με το πόδι του.
02
χτυπώ, συγκρούομαι
Unabsichtlich gegen etwas schlagen und sich dabei verletzen
Παραδείγματα
Ich habe mich am Tisch gestoßen.
Χτύπησα στο τραπέζι.



























