Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stoßen
[past form: stieß]
01
σπρώχνω, ωθώ
Mit Kraft gegen etwas oder jemanden drücken oder einen plötzlichen Impuls geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stoße
γ΄ ενικό πρόσωπο
stößt
ενεστώτα μετοχή
stoßend
απλός αόριστος
stieß
παθητική μετοχή
gestoßen
Παραδείγματα
Der Autofahrer stieß das Motorrad um.
Ο οδηγός του αυτοκινήτου ανέτρεψε τη μοτοσυκλέτα.
02
χτυπώ, συγκρούομαι
Unabsichtlich gegen etwas schlagen und sich dabei verletzen
Παραδείγματα
Er stieß sich den Kopf an der Schranktür.
Χτύπησε το κεφάλι του στην πόρτα του ντουλαπιού.



























