der Stock
Pronunciation
/ʃtɔk/

Ορισμός και σημασία του "stock"στα γερμανικά

Der Stock
[gender: masculine]
01

όροφος

Eine Ebene in einem Gebäude
der Stock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Stock(e)s
πληθυντικός τύπος
Stöcke(r)
Παραδείγματα
Die Treppe führt in den vierten Stock.
Η σκάλα οδηγεί στον τέταρτο όροφο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store