stimulieren
Pronunciation
/ʃtimuˈliːʁən/

Ορισμός και σημασία του "stimulieren"στα γερμανικά

stimulieren
[past form: stimulierte]
01

διεγείρω, ενεργοποιώ

Durch äußere Einflüsse beleben
stimulieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stimuliere
γ΄ ενικό πρόσωπο
stimuliert
ενεστώτα μετοχή
stimulierend
απλός αόριστος
stimulierte
παθητική μετοχή
stimuliert
Παραδείγματα
Infrastrukturprojekte stimulieren die regionale Wirtschaft.
Τα έργα υποδομής διεγείρουν την περιφερειακή οικονομία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store