Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stimulieren
[past form: stimulierte]
01
διεγείρω, ενεργοποιώ
Durch äußere Einflüsse beleben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stimuliere
γ΄ ενικό πρόσωπο
stimuliert
ενεστώτα μετοχή
stimulierend
απλός αόριστος
stimulierte
παθητική μετοχή
stimuliert
Παραδείγματα
Infrastrukturprojekte stimulieren die regionale Wirtschaft.
Τα έργα υποδομής διεγείρουν την περιφερειακή οικονομία.



























