Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stimmen
01
είναι σωστό, είναι αληθινό
Korrekt oder wahr sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stimme
γ΄ ενικό πρόσωπο
stimmt
ενεστώτα μετοχή
stimmend
απλός αόριστος
stimmte
παθητική μετοχή
gestimmt
Παραδείγματα
Die Antwort stimmt.
Η απάντηση είναι σωστή.
02
προκαλώ, εμπνέω
Eine bestimmte Stimmung oder Gefühl bei jemandem hervorrufen
Παραδείγματα
Die Musik stimmte mich traurig.
Η μουσική με έκανε λυπημένο.
03
ψηφίζω, εκφράζω την ψήφο μου
Seine Meinung offiziell äußern, z. B. bei einer Wahl
Παραδείγματα
Ich habe für den Vorschlag gestimmt.
Ψήφισα υπέρ της πρότασης.
04
κουρδίζω, ρυθμίζω
Ein Musikinstrument in die richtige Tonhöhe bringen
Παραδείγματα
Er stimmt seine Gitarre.
Αυτός κουρδίζει την κιθάρα του.



























