Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sich setzen
01
κάθομαι
Sich auf eine Fläche zum Sitzen bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
setze
γ΄ ενικό πρόσωπο
setzt
ενεστώτα μετοχή
setzend
απλός αόριστος
setzte
παθητική μετοχή
gesetzt
Παραδείγματα
Ich setze mich auf den Stuhl.
Εγώ κάθομαι στην καρέκλα.
02
τοποθετώ, βάζω
Etwas irgendwohin stellen oder legen
Παραδείγματα
Ich setze das Glas auf den Tisch.
Εγώ βάζω το ποτήρι στο τραπέζι.
03
καθορίζω, θέτω
Ein Ziel, eine Regel oder einen Zeitpunkt bestimmen
Παραδείγματα
Die Lehrerin setzt einen Abgabetermin.
Η δασκάλα καθορίζει μια προθεσμία παράδοσης.
04
φυτεύω
Etwas in die Erde bringen, um es wachsen zu lassen
Παραδείγματα
Wir setzen Tomaten im Garten.
Φυτεύουμε ντομάτες στον κήπο.
05
στοιχηματίζω, ποντάρω
Geld oder etwas anderes riskieren, um etwas zu gewinnen
Παραδείγματα
Ich setze 10 Euro auf das Spiel.
Παίζω 10 ευρώ στο παιχνίδι.
06
αποθηκεύω, αποθηκεύω
Etwas lagern oder speichern
Παραδείγματα
Wir setzen Holz in den Keller.
Αποθηκεύουμε ξύλο στο υπόγειο.
07
γράφω, εγγράφω
Etwas schriftlich oder bildlich platzieren
Παραδείγματα
Ich setze meinen Namen unter den Brief.
Εγώ βάζω το όνομά μου κάτω από την επιστολή.
08
πηδώ
Von einer Seite zur anderen springen
Παραδείγματα
Das Pferd setzt über den Zaun.
Το άλογο πηδάει πάνω από το φράχτη.



























