Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shoppen
[past form: shoppte]
01
ψωνίζω, πάω για ψώνια
Einkaufen gehen
Παραδείγματα
Shoppen macht Spaß, besonders mit Freunden.
Το Shoppen είναι διασκεδαστικό, ειδικά με φίλους.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ψωνίζω, πάω για ψώνια