shoppen
sho
ˈʃɔ
shaw
ppen
pən
pēn
schoppenstoppen

Ορισμός και σημασία του "shoppen"στα γερμανικά

shoppen
01

ψωνίζω, πάω για ψώνια

Einkaufen gehen 
shoppen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
shoppe
γ΄ ενικό πρόσωπο
shoppt
ενεστώτα μετοχή
shoppend
απλός αόριστος
shoppte
παθητική μετοχή
geshoppt
Παραδείγματα
Wir gehen am Samstag in der Stadt shoppen. 

Πηγαίνουμε για ψώνια στην πόλη το Σάββατο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store