shoppen
Pronunciation
/ˈʃɔpn̩/

Ορισμός και σημασία του "shoppen"στα γερμανικά

shoppen
[past form: shoppte]
01

ψωνίζω, πάω για ψώνια

Einkaufen gehen
shoppen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
shoppe
γ΄ ενικό πρόσωπο
shoppt
ενεστώτα μετοχή
shoppend
απλός αόριστος
shoppte
παθητική μετοχή
geshoppt
Παραδείγματα
Shoppen macht Spaß, besonders mit Freunden.
Το Shoppen είναι διασκεδαστικό, ειδικά με φίλους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store