Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Server
[gender: masculine]
01
διακομιστής
Ein Computer, der Daten oder Dienste für andere Geräte bereitstellt
Παραδείγματα
Hacker griffen den Server an.
Οι χάκερ επιτέθηκαν στον διακομιστή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διακομιστής