der server
ser
ˈsɛʁ
σερ
ver
β

Ορισμός και σημασία του "server"στα γερμανικά

01

διακομιστής

Ein Computer, der Daten oder Dienste für andere Geräte bereitstellt 
der Server definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Server
γενική πτώση
Servers
Παραδείγματα
Der Server ist gerade nicht erreichbar. 

Ο διακομιστής δεν είναι προς το παρόν προσβάσιμος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

server
serve
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store