Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ankommen
01
φτάνω
An einem Ort eintreffen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
kommen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
komme an
γ΄ ενικό πρόσωπο
kommt an
ενεστώτα μετοχή
ankommend
απλός αόριστος
kam an
παθητική μετοχή
angekommen
Παραδείγματα
Der Zug kommt um 18 Uhr an.
Το τρένο φτάνει στις 18:00.
02
έχει σημασία, είναι σημαντικό
Von Bedeutung sein
Παραδείγματα
Es kommt darauf an, wie schnell du lernst.
Εξαρτάται από το πόσο γρήγορα μαθαίνεις.
03
κατακλύζω, κυριεύω
Verstanden oder gelernt werden
Παραδείγματα
Eine große Angst kam plötzlich über ihn an.
Ένας μεγάλος φόβος ξαφνικά τον κατέλαβε.
04
να γίνει καλά δεκτός, να εκτιμηθεί
Positive Reaktion hervorrufen
Παραδείγματα
Sein Buch ist beim Publikum gut angekommen.
Το βιβλίο του έγινε καλά δεκτό από το κοινό.



























