Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
animieren
[past form: animierte]
01
ενθαρρύνω, παροτρύνω
Jemanden zu einer Handlung oder Reaktion motivieren oder anregen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
animiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
animiert
ενεστώτα μετοχή
animierend
απλός αόριστος
animierte
παθητική μετοχή
animiert
Παραδείγματα
Die Aktion soll Kunden animieren, mehr zu kaufen.
Η δράση έχει σχεδιαστεί για να παροτρύνει τους πελάτες να αγοράσουν περισσότερα.



























