Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ankunft
[gender: feminine]
01
άφιξη, έλευση
Das Eintreffen an einem Ort
Παραδείγματα
Die Ankunft der Gäste verzögert sich.
Η άφιξη των επισκεπτών καθυστερεί.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
άφιξη, έλευση