anhaben
anhaben
anha:bɐn
anhabn
anheben

Ορισμός και σημασία του "anhaben"στα γερμανικά

anhaben
01

φοράω, έχω φορέσει

Kleidung tragen oder an sich haben 
anhaben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
haben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
habe an
γ΄ ενικό πρόσωπο
hat an
ενεστώτα μετοχή
anhabend
απλός αόριστος
hatte an
παθητική μετοχή
angehabt
Παραδείγματα
Er hat heute eine blaue Jacke an. 

Έχει φοράει ένα μπλε σακάκι σήμερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store