Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anhaben
01
φοράω, έχω φορέσει
Kleidung tragen oder an sich haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
haben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
habe an
γ΄ ενικό πρόσωπο
hat an
ενεστώτα μετοχή
anhabend
απλός αόριστος
hatte an
παθητική μετοχή
angehabt
Παραδείγματα
Wir haben warme Kleidung an.
Εμείς φοράμε ζεστά ρούχα.



























