Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ankommen
01
φτάνω
An einem Ort eintreffen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
kommen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
komme an
γ΄ ενικό πρόσωπο
kommt an
ενεστώτα μετοχή
ankommend
απλός αόριστος
kam an
παθητική μετοχή
angekommen
Παραδείγματα
Er kommt immer pünktlich an.
Αυτός πάντα φτάνει εγκαίρως.
02
έχει σημασία, είναι σημαντικό
Von Bedeutung sein
Παραδείγματα
Worauf kommt es im Leben wirklich an?
Τι πραγματικά έχει σημασία στη ζωή;
03
κατακλύζω, κυριεύω
Verstanden oder gelernt werden
Παραδείγματα
Freude kam in ihm an, als er die Nachricht hörte.
Η χαρά τον κατέλαβε όταν άκουσε τα νέα.
04
να γίνει καλά δεκτός, να εκτιμηθεί
Positive Reaktion hervorrufen
Παραδείγματα
Der neue Kollege ist im Team gut angekommen.
Ο νέος συνάδελφος καλοδεχόταν στην ομάδα.



























