nachnationalismus
από 3
nachnationalismus
nach[prep]

μετά,ύστερα από

nach dem rechten sehen[phrase]
nachahmen[v]

μιμούμαι

nachbar[n]

γείτονας,γειτόνισσα

nachbarschaft[n]

γειτονιά,περιοχή

nachbearbeitung[n]
nachbessern[v]
nachdem[conj]

αφού

nachdenken[v]

σκέφτομαι,αναλογίζομαι

nachdenklich[adj]

στοχαστικός,βαθυστόχαστος

nachfahre[n]
nachfolger[n]

διάδοχος,κληρονόμος

nachfrage[n]

ζήτηση,αίτηση

nachgehen[v]
nachhaltig[adj]

βιώσιμος,διαρκής

nachhaltigkeit[n]
nachher[adv]

μετά

nachhilfe[n]

ιδιαίτερα μαθήματα,επίδομα διδασκαλία

nachhilfestunde[n]
nachkommen[v]

ακολουθώ,φτάνω αργότερα

nachkriegszeit[n]
nachlass[n]

έκπτωση,περικοπή

nachlassen[v]
nachlässigkeit[n]

αμέλεια,απροσεξία

nachlesen[v]
nachmittag[n]

απόγευμα,απόγευμα

nacho[n]

ένα σνακ από ένα μικρό τριγωνικό φέτα τσιπς τορτίγιας,ένα σνακ με βάση ένα μικρό τριγωνικό φέτα τσιπς τορτίγιας

nachricht[n]

νέα,μήνυμα

nachrichtenmagazin[n]

περιοδικό ειδήσεων,πληροφοριακό περιοδικό

nachschlagen[v]

συμβουλεύομαι,αναζητώ

nachsorge[n]
nachspeise[n]

επιδόρπιο,γλυκό

nächst[adj]

πλησιέστερος,επόμενος

nächste[adj]
nacht[n]

νύχτα,νύχτα

nachtaktiv[adj]
nachtclub[n]
nachteil[n]

μειονέκτημα,αποτέλεσμα

nachteilig[adj]
nachthemd[n]

νυχτικό,ρουχάκι ύπνου

nachtigall[n]
nachtragend[adj]

μνησίκακος,εκδικητικός

nachttisch[n]

νυχτερινό τραπέζι,κομοδίνο

nachverfolgen[v]
nachvollziehen[v]

κατανοώ,αντιλαμβάνομαι

nachweis[n]

απόδειξη,αποδεικτικό

nachweisbar[adj]
nachweisen[v]
nachwort[n]
nachwuchs[n]
nacken[n]
nacktschnecke[n]
nadel[n]

βελόνα,σύριγγα

nadelstich[n]
nagel[n]

νύχι,νύχι

nagelfeile[n]

λίμα νυχιών,τριβείο νυχιών

nagelknipser[n]

ψαλίδι νυχιών,κόπτης νυχιών

nagellack[n]
nagelschere[n]

ψαλίδι νυχιών,κόπτης νυχιών

nagen[v]
nah[adj]

κοντινός,κοντά

nahaufnahme[n]

κοντινό πλάνο,κοντινή λήψη

nähe[n]

εγγύτητα,γειτονιά

nahebringen[v]

προσεγγίζω σε,αναπτύσσω ενδιαφέρον για

nahekommen[v]
naheliegen[v]
naheliegend[adj]
nähen[v]
nähern[v]

πλησιάζω,προσεγγίζω

nahezu[adv]

σχεδόν,σχετικά

nähmaschine[n]

ραπτομηχανή,συσκευή ράψιμο

nahrung[n]
nahrungsaufnahme[n]

κατανάλωση τροφής,πρόσληψη τροφής

nahrungskette[n]
nahrungsmenge[n]
nahrungsmittel[n]

τροφή,τροφίμιο

nähschule[n]
naht[n]

ραφή,σύνδεση

nahverkehrssystem[n]

σύστημα τοπικής μεταφοράς,δίκτυο αστικής μεταφοράς

naiv[adj]

αφελής,απλοϊκός

naivität[n]

αφέλεια,αφελής συμπεριφορά

name[n]

όνομα,ονομασία

namhaft[adj]
nämlich[adv]

δηλαδή,γιατί

nanochip[n]
napf[n]
narbe[n]

ουλή,σημάδι

narkose[n]

αναισθησία,ναρκωση

narzisse[n]

νάρκισσος,ασφόδελος

naschen[v]

τσιμπολογώ, τρώω λίγο

nase[n]

μύτη,ρινικό άνοιγμα

nasenbluten[n]
nasenloch[n]
nashorn[n]
nass[adj]
nassfutter[n]
nation[n]

έθνος,λαός

national[adj]

εθνικός

nationalflagge[n]
nationalismus[n]

εθνικισμός,πατριωτισμός

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή