Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
naiv
01
αφελής, απλοϊκός
Mangelnde Lebenserfahrung oder Urteilsfähigkeit zeigend
Παραδείγματα
Sie ging mit naiver Begeisterung an die Aufgabe.
Πλησίασε το έργο με αφελές ενθουσιασμό.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αφελής, απλοϊκός