naiv
Pronunciation
/naˈiːf/

Ορισμός και σημασία του "naiv"στα γερμανικά

01

αφελής, απλοϊκός

Mangelnde Lebenserfahrung oder Urteilsfähigkeit zeigend
naiv definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am naivsten
συγκριτικός βαθμός
naiver
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie ging mit naiver Begeisterung an die Aufgabe.
Πλησίασε το έργο με αφελές ενθουσιασμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store