Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nämlich
01
δηλαδή, γιατί
Begründet etwas, erklärt warum etwas so ist
Παραδείγματα
Ich esse nichts, nämlich ich habe keinen Hunger.
Δεν τρώω τίποτα, δηλαδή δεν πεινάω.
02
δηλαδή, δηλαδή
Erklärt oder verdeutlicht etwas genauer
Παραδείγματα
Ich mag Sport, nämlich Fußball.
Μου αρέσει ο αθλητισμός, δηλαδή το ποδόσφαιρο.


























