die nähe
näh
ˈnɛ:
ne
e
ə
ē

Ορισμός και σημασία του "nähe"στα γερμανικά

01

εγγύτητα, γειτονιά

Ein kurzer räumlicher oder zeitlicher Abstand zu etwas 
die Nähe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Nähe
Παραδείγματα
Die U-Bahn-Station ist in der Nähe. 

Ο σταθμός του μετρό είναι κοντά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store