nützen
nützen
nʏtsn
nutsn
nutzen

Ορισμός και σημασία του "nützen"στα γερμανικά

nützen
01

εξυπηρετώ, είμαι χρήσιμος

Einen positiven Effekt haben 
nützen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nütze
γ΄ ενικό πρόσωπο
nützt
ενεστώτα μετοχή
nützend
απλός αόριστος
nützte
παθητική μετοχή
genützt
Παραδείγματα
Dieses Werkzeug nützt mir sehr. 

Αυτό το εργαλείο μου ωφελεί πολύ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store