nützen
Pronunciation
/ˈnʏtsən/

Ορισμός και σημασία του "nützen"στα γερμανικά

nützen
[past form: nützte]
01

εξυπηρετώ, είμαι χρήσιμος

Einen positiven Effekt haben
nützen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nütze
γ΄ ενικό πρόσωπο
nützt
ενεστώτα μετοχή
nützend
απλός αόριστος
nützte
παθητική μετοχή
genützt
Παραδείγματα
Frische Luft nützt dem Körper.
Ο φρέσκος αέρας ωφελεί το σώμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store