Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nützen
[past form: nützte]
01
εξυπηρετώ, είμαι χρήσιμος
Einen positiven Effekt haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nütze
γ΄ ενικό πρόσωπο
nützt
ενεστώτα μετοχή
nützend
απλός αόριστος
nützte
παθητική μετοχή
genützt
Παραδείγματα
Frische Luft nützt dem Körper.
Ο φρέσκος αέρας ωφελεί το σώμα.



























