Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Nachteil
[gender: masculine]
01
μειονέκτημα, αποτέλεσμα
Ein ungünstiger Umstand oder eine negative Folge
Παραδείγματα
Der zeitliche Nachteil lässt sich nicht vermeiden.
Το χρονικό μειονέκτημα δεν μπορεί να αποφευχθεί.


























