der nachteil
nach
ˈna:x
ναχ
teil
taɪl
ταιλ

Ορισμός και σημασία του "nachteil"στα γερμανικά

01

μειονέκτημα, αποτέλεσμα

Ein ungünstiger Umstand oder eine negative Folge 
der Nachteil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Nachteile
γενική πτώση
Nachteil(e)s
Παραδείγματα
Der größte Nachteil ist der hohe Preis. 

Το μεγαλύτερο μειονέκτημα είναι η υψηλή τιμή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store