das Nachthemd
Pronunciation
/ˈnaχtˌhɛmt/

Ορισμός και σημασία του "nachthemd"στα γερμανικά

Das Nachthemd
[gender: neuter]
01

νυχτικό, ρουχάκι ύπνου

Ein langes, bequemes Kleid, das Frauen zum Schlafen tragen
das Nachthemd definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Nachthemd(e)s
πληθυντικός τύπος
Nachthemden
Παραδείγματα
Das Nachthemd war so bequem, dass sie gut schlafen konnte.
Η νυχτερινή φόρεμα ήταν τόσο άνετη που μπόρεσε να κοιμηθεί καλά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store