Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Nachweis
[gender: masculine]
01
απόδειξη, αποδεικτικό
Etwas, das zeigt oder bestätigt, dass etwas existiert oder stimmt
Παραδείγματα
Der Nachweis zeigt, dass das Wasser sauber ist.
Η απόδειξη δείχνει ότι το νερό είναι καθαρό.


























