Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Nachweis
01
απόδειξη, αποδεικτικό
Etwas, das zeigt oder bestätigt, dass etwas existiert oder stimmt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Nachweise
γενική πτώση
Nachweises
Παραδείγματα
Der Nachweis des Virus ist wichtig für die Diagnose.
Η ανίχνευση του ιού είναι σημαντική για τη διάγνωση.
LanGeek



























