der nachweis
nachweis
na:χvaɪs
nakhvais

Ορισμός και σημασία του "nachweis"στα γερμανικά

01

απόδειξη, αποδεικτικό

Etwas, das zeigt oder bestätigt, dass etwas existiert oder stimmt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Nachweise
γενική πτώση
Nachweises
Παραδείγματα
Der Nachweis des Virus ist wichtig für die Diagnose. 

Η ανίχνευση του ιού είναι σημαντική για τη διάγνωση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store