Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nachahmen
01
μιμούμαι
Etwas oder jemanden bewusst imitieren, um ähnlich zu wirken oder zu handeln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
nach
βασικό ρήμα
ahmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ahme nach
γ΄ ενικό πρόσωπο
ahmt nach
ενεστώτα μετοχή
nachahmend
απλός αόριστος
ahmte nach
παθητική μετοχή
nachgeahmt
Παραδείγματα
Die Software kann menschliche Handschriften nachahmen.
Το λογισμικό μπορεί να μιμηθεί την ανθρώπινη γραφή.



























