müssen
müssen
mʏsɐn
musn
missenmessen

Ορισμός και σημασία του "müssen"στα γερμανικά

müssen
01

πρέπει, είμαι υποχρεωμένος να

Notwendigkeit oder Zwang ausdrücken 
müssen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
muss
γ΄ ενικό πρόσωπο
muss
ενεστώτα μετοχή
müssend
απλός αόριστος
musste
παθητική μετοχή
gemusst
Παραδείγματα
Ich muss jetzt gehen. 

Πρέπει να φύγω τώρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store